Αναρτήσεις

ΡΟΔΑΝΘΗ Η ΚΡΙΤΣΟΤΟΠΟΥΛΑ

Εικόνα
  ΡΟΔΑΝΘΗ Η ΚΡΙΤΣΟΤΟΠΟΥΛΑ Καπετανοχώρι η Κριτσά, δεν έσκυψε το κεφάλι στον Τούρκο, και στα σπλάχνα της ανεθράφηκαν παλικάρια αδείλιαστα. Εκεί μεγάλωσε κι η Ροδάνθη, η κόρη του πρωτόπαπα. Γαλουχήθηκε με τις αξίες του τόπου της και με τον λεύτερο αέρα που κατέβαινε απ’ το οροπέδιο Καθαρού. Ήταν το καμάρι της οικογένειάς της μα κι όλου του χωριού. Καθόταν συχνά στον αργαλειό και γλυκοτραγουδούσε. Κάποια φορά περνούσε ένας Αγάς, ο Χουρσίτ, την άκουσε και κουζουλάθηκε. Σκέφτηκε να την κλέψει μα φοβήθηκε τον ξεσηκωμό του χωριού. Σαν πήγε στο κονάκι του, στο Χουμεριάκο, για μέρες δεν μπορούσε να κοιμηθεί, είχε σαφί τη φωνή της Ροδάνθης στ’ αυτιά του. Έστειλε λοιπόν τον Ομέρ, τον έμπιστό του φίλο, να την φέρει. Πήρε αυτός είκοσι παλικάρια και πήγαν στην Κριτσά, ένα πρωί που κάτεχαν πως οι άντρες του χωριού έλλειπαν σε μια κηδεία ενός καλού αγωνιστή. Φτάνουν οι Τούρκοι στο σπίτι του παπά, σπούνε την πόρτα και λένε της παπαδιάς: - Που ‘ναι μωρή η κόρη σου; Ο Χουρσίτης τηνε θέλει. -Δε...

ΛΙΓΟΣΤΟ ΧΩΜΑ, ΣΠΑΡΜΕΝΟ ΜΕ ΠΕΤΡΕΣ

Εικόνα
  ΛΙΓΟΣΤΟ ΧΩΜΑ, ΣΠΑΡΜΕΝΟ ΜΕ ΠΕΤΡΕΣ Λιγοστό το χώμα του τόπου μου κι αυτό σπαρμένο με πέτρες. Λίγο το νερό της βροχής που το ‘χει ποτίσει, μα πολύς ο ιδρώτας και το αίμα. Πεινούν τα οζά σε τούτο τον βράχο, μα χοροπηδούν χαρούμενα, ως τα χτυπά ο αέρας που κουβαλά αλμύρα κι έρωτα. Πεινούν τα πουλιά σε τούτα τα ξερόδεντρα, μα κελαηδούν ασταμάτητα, ως ξεπροβάλουν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου που κουβαλούν της ψυχής την αμβροσία. Πεινά κι ο άνθρωπος, μα ως θωρεί τα οζά που χοροπηδούν, ως γροικά τα πουλιά που κελαηδούν, χορεύει και τραγουδά χορτασμένος. Με τη φύση, μάνα κι αφέντη, με την αρχέγονη γνώση για σύντροφο, πήραμε την πέτρα, τον ασβέστη, τον κυπάρισσο και στεγάσαμε την ελπίδα μας. Πήραμε το μαλλί από το πρόβατο και ντύσαμε τη γύμνια μας. Πήραμε τον μόσχο, το γαρυφαλλόκαρφο και καλύψαμε την δυσωδία μας. Πήραμε την καρδιά του λιναριού και σκεπάσαμε την αγκάθινη κοιμηθιά μας. Πήραμε το νέφαλο του βαμβακιού και το βάλαμε προσκέφαλό μας. Λιγοστό το χώμα του τόπου μου... Λιγοστό το ...

ΓΙΑ ΤΗ ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ‘ΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ

Εικόνα
ΓΙΑ ΤΗ ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ‘ΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ Σαλεύει ο Λάμπρος στα σοκάκια του χωριού κι έχει κρεμασμένη τη βέργα του στο μπράτσο. Βοσκάκι είναι 17 χρονώ, με κατσαρά μαλλιά, πράσινα μάθια και όψη αγριωπή. Φτάνει έξω από το σχολειό και ακουμπά στο θεόρατο κυπαρίσσι, που στέκει ορθό, άγνωστο για πόσους αιώνες, αφού οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού το βρήκαν εδώ και γύρω του έχτισαν τα κονάκια τους. Μετά από κάμποση ώρα άνοιξε ο δάσκαλος την παλιά, ξύλινη πόρτα του σχολείου και τα κοπέλια, ήσυχα-ήσυχα, βγήκαν στην αυλή. Κοίταξε ο Λάμπρος τον δάσκαλο που φώναζε κρατώντας μια βέργα στη χέρα κι είπε από μέσα του: « Καλά σε λέω ‘γω Μαύρο, εφταγεννημένος ο τράγος μας είσαι, μόνο η προβιά και τα κέρατα σου λείπουνε». Σιμώνει ο Λάμπρος στον δάσκαλο, σηκώνει τη χέρα του και λέει: - Ώρα σου καλή δάσκαλε. -Ίντα θες Λάμπρο, σάλευε στη δουλειά σου. -Δάσκαλε, μια χάρη θέλω. Να κάτσω μέσα, έτσα σε ένα γωνιό, να μάθω κι εγώ πράμα, απου δεν κατέχω ούτε τ’ όνομά μου να γράφω. -Εξέχασες φαίνεται τσι βέργες που ...

ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΙΟΥ ΕΥΩΔΙΕΣ ΚΑΙ ΝΟΣΤΙΜΑΔΕΣ

Εικόνα
  ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΙΟΥ ΕΥΩΔΙΕΣ ΚΑΙ ΝΟΣΤΙΜΑΔΕΣ Πώς ρέγομαι να σαλεύω στους λόφους και στους κάμπους του τόπου μου, Γενάρη, απόβροχα, με την πρωινή δροσούλα να μου μαργώνει τα μέλη και τη μυρωδιά της φύσης να μου μαργώνει τον νου. Θεριό ανήμερο ο Γενάρης, με χιόνια και με μπόρες μάχεται να χαλάσει τον κύκλο της φύσης, μ’ αυτή ανίκητη, ήδη έχει απλώσει το πράσινο πέπλο της παντού και δεν θ’ αργήσει να γεννήσει αθούς και καρπούς. Μες στο πράσινο τούτο πέπλο θα βρεις ευωδιές και νοστιμάδες που κάθε τέτοια εποχή γεμίζουν το λιτό τραπέζι της φάρας μας. Πρωταγωνιστές στο τραπέζι αυτό είναι τα γιαχνερά χόρτα. Τα ευωδιαστά αυτά ιάματα της γης, είναι πολλά κι έχουν ονόματα που μας καλούν να πατήσουμε στα χνάρια τους και να κλουθήσουμε τη στράτα της ιστορίας τους. Μάραθο : Το σπουδαιότερο από τα βρώσιμα χόρτα. Άγνωστης ετυμολογίας, το όνομα του έχει βρεθεί σε πινακίδες Γραμμικής Β΄. Περιοχές σε όλη την Ελλάδα οφείλουν το όνομά τους σε τούτο το βοτάνι, με σημαντικότερη την ιστορική περιοχή του Μαρα...

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ

Εικόνα
  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ Χριστούγεννα. Μυρωδιά καβουρντισμένου αμύγδαλου και ψημένης ζύμης ξυπνούν τον ναρκωμένο μου νου. Γροικώ φωνή λησμονημένη μα γνώριμη. Μια χέρα μου χαϊδεύει την κεφαλή κι όλα μέσα μου μικραίνουν, όλα γύρω μου μεγαλώνουν. Διώχνω από τα μάθια μου το βαρύ νέφαλο του σήμερα κι ο λαμπερός ήλιος του χθες ξεπροβάλει. Κοπέλι ξαναγίνηκα. Η καρδιά δεν χωρά τη χαρά μου, φουσκώνει στο μπέτη μου και χοροπηδά μέχρι τον λαιμό μου. Δεν βαστώ, φωνάζω « χρόνια πολλά » και δυο μάθια πικραμένα μου χαμογελούν, δυο χείλη δακρύβρεχτα με φιλούν σταυρωτά. Θωρώ τα δάχτυλά μου γεμάτα άχνη ζάχαρη. Το στόμα μου κολλά από τη γλύκα του μελιού κι ο νους μου λιγώνεται από τη γλύκα της αγάπης. Κόσμος πολύς γύρω μου. Πρόσωπα αγαπημένα φωτίζουν τα πιο σκοτεινά υπόγεια της ψυχής μου. Χέρια και καρδιές μ’ αγκαλιάζουν σφιχτά. Γροικώ γέλια πολύχρωμα, φωνές ολόδροσες και τραγούδια ανθισμένα. Με τυλίγουν μυρωδιές. Κύμινο, κανέλα, ξύδι και ξεροψημένο χοιρινό. Στρώνεται το μεγάλο μας τραπέζι. Γεμ...

Τα Χριστούγεννα του Πιτρόπου

Εικόνα
  Τα Χριστούγεννα του Πιτρόπου Παλιά η εκκλησία της Παναγίας, κιανείς δεν εκάτεχε πότε είχε χτιστεί. Παλιά και η καμπάνα που ‘παιξε μες στο πυκνό σκοτάδι. Ξημέρωνε Χριστούγεννα και μια-μια οι οικογένειες του χωριού ανέβαιναν το πλακόστρωτο που οδηγούσε στην πετρόχτιστη εκκλησία. Πρώτος μπήκε μέσα ο Κοντογιώργης, αγριόθωρος, με αγκάθινα γένια και βαστούσε στη χερούκλα του ένα μεγάλο λέρι. Δίπλα του, η Ανεζίνα, η γυναίκα του, μόλις 18 χρονώ που είχε τουλουπανιασμένο στην αγκαλιά της ένα μωρό κοπέλι. Πίσω ακολουθούσε η Πελαγιά, ντυμένη πάντα στα μαύρα, βαστώντας από τη χέρα την εγγόνα της, το Δεσποινιώ με τα ροδοκόκκινα μαγουλάκια. Μετά μπήκε η Μαρία με το γιο της το Γιαννιό, το «κελεπίρι» του χωριού, που δεν υπήρχε κατσουκανιά να μην την είχε καμωμένη. Πιο πίσω ο Μάνθος, ο Κύκλωπας, βαροπάτησε το κατώφλι της εκκλησίας και μπήκε μέσα σκύβοντας, μην κουτουλήσει στο ανώθυρο. Έπειτα μπήκε η Κατίνα, η ξεματιάστρα κι ήσερνε τα πάχη της αγκομαχώντας. Πίσω ακολούθησε ο Παυλής μαζί με τη Μα...

Του γέρο Δεκέμβρη το σκουτελικό

Εικόνα
  ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ Του γέρο Δεκέμβρη το σκουτελικό Έφτασε ο Δεκέμβρης, γεροντής ασπρομάλλης, μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο ν’ απλώνεται κάτω απ’ τα πυκνά του γένια. Βαστά σκουτελικό να μασε ‘ποχερίσει, χριστόψωμο στη μια του χέρα και μια αρμαθιά λουκάνικα στην άλλη. Όλος ο μήνας είναι γεμάτος μυρωδιές και γεύσεις που τις κουβαλούμε αιώνια. Τα έθιμα των Χριστουγέννων, όσα έχουν επιζήσει, βαστούν γερή θέση στην καλοστρωμένη τάβλα του νου μας, γιατί είναι γεμάτα ζεστασιά και οικογενειακές στιγμές. Τα έθιμα αυτά πάνε πίσω πολλούς αιώνες. Άλλα έρχονται από το Βυζάντιο, άλλα από τους πρώτους χριστιανούς κι άλλα αποκρατούν από τα αρχαία χρόνια, αφού οι θρησκείες αλλάζουν μα τα χούγια τ’ ανθρώπου, όχι. Ας κινήσουμε λοιπόν για τούτο το ταξίδι, κλουθώντας τα χνάρια των λέξεων. Στρωμένο το τραπέζι των Χριστουγέννων και το πρώτο που θωρώ είναι μια μεγάλη, ξομπλιαστή πιατέλα γεμάτη κουραμπιέδες, μελομακάρονα και ξεροτήγανα : Από την Ανατολή μας ήρθε ο κουραμπιές ( kurabiye στα Τούρκικ...

Ο γιαγερμός του γέρο Ψηλορείτη

Εικόνα
  ΚΡΗΤΕΣ ΗΜΙΘΕΟΙ, ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ Ο   γιαγερμός του γέρο Ψηλορείτη Η κάτασπρη βάρκα με τους Τούρκους κωπηλάτες απομακρύνθηκε από το Αυστριακό ατμόπλοιο “ Tibisto ”, της γραμμής Πειραιάς-Ηράκλειο. Μοναδικοί επιβάτες ήταν ο Μιχάλης Κόρακας, ο γέρο Ψηλορείτης όπως τον χαρακτήριζαν τα Αθηναϊκά έντυπα, και ο γιος του, Αριστοτέλης. Ο Κόρακας ασπρομάλλης πια στα 85 του χρόνια, ντυμένος με σαλβάρια και στιβάνια, ο δε Αριστοτέλης με την επίσημη στρατιωτική στολή του Ανθυπολοχαγού του Μηχανικού. Ο γέρο Καπετάνιος ζούσε για λίγα χρόνια κοντά στον γιο του, στην Αθήνα, μα τώρα που ένοιωθε πως έσβηνε το καντήλι του, αποφάσισε να γυρίσει πίσω στον τόπο του.   Ο Κόρακας με τον γιο του Αριστοτέλη Στο λιμάνι, ο Μητροπολίτης Μελέτιος Καβάσιλας που καταγόταν από την Κάλυμνο, του είχε ετοιμάσει μεγαλειώδη υποδοχή. Μαθητές σχολείων, πλήθος κόσμου και πολλοί σύντροφοί του, κουνούσαν λευκά μαντήλια, μόλις είδαν τη βάρκα να σιμώνει στην αποβάθρα. Ο γέρο Κόρακας είδε τον κόσμο κι ανα...

ΦΕΓΓΑΡΙ ΦΙΛΕ ΜΠΙΣΤΙΚΕ

Εικόνα
  ΦΕΓΓΑΡΙ ΦΙΛΕ ΜΠΙΣΤΙΚΕ Ποιητές από τα γεννοφάσκια μας είμαστε οι Κρητικοί. Όλα τα θωρούμε με τα μάθια της ψυχής. Όλα παίρνουν ζωή μες στην ποίησή μας, όλα έχουν αισθήματα. Τα χαράκια, τα δέντρα, τα φυτά, η θάλασσα, τα ποτάμια, οι λίμνες. Μιλούν τα πουλιά και κλαίνε, μαραζώνουν τα ζώα από έρωτα. Όλη η φύση συμμετέχει στο πάθος μας για ποίηση. Όλα γύρω έχουν θέση στις μαντινάδες, στα τραγούδια, στα μοιρολόγια μας. Ο μεγάλος όμως πρωταγωνιστής στην ομορφοξόμπλιαστη σκηνή του νου μας, είναι το φεγγάρι... και λεν τα χείλη μας: « Είν’ η ζωή μου δίχως σου δεντρί χωρίς κλωνάρι, θάλασσα δίχως κύματα, νύχτα χωρίς φεγγάρι». Δεν λογίζεσαι Κρητικός αν δεν έχεις σηκώσει το βλέμμα σου να κοιτάξεις το φεγγάρι και ν’ αναστενάξεις. Τη νύχτα ξεδιπλώνονται τα φυλλοκάρδια μας, τη νύχτα γεμίζει το ξεραμένο πηγάδι των συναισθημάτων μας. Δίχως όμως το φως του φεγγαριού, η ψυχή μας σαλεύει στο σκοτάδι με ζάλα μετέωρα. Μα δεν είναι μόνο το φως του, δεν είναι απλά ένα ψυχρό ουράνιο σώμα. Σύντροφός...

Ο ΛΕΒΕΝΤΟΓΕΡΟΣ

Εικόνα
  Ο ΛΕΒΕΝΤΟΓΕΡΟΣ Λεβεντόγερος, ο μπάρμπα Βασίλης, ψηλός με πρόσωπο σκαμμένο από τα χρόνια και τα βάσανα. Δούλεψε σκληρά στη ζωή του, ίδρωσε πολύ. Δεν εγνώριζε σκόλες, όλες οι μέρες του καματερές ήτονε. Έκαμε κοπέλια, τα σπούδασε, τα προίκισε, τα πάντρεψε κι έφυγαν όλα. Εδά, πόμεινε αμοναχός αφού η κερά Μαρία, η γυναίκα του, πόθανε. Να φύγει από το χωριό, να παραβαρέσει τα κοπέλια του, ούτε που περνούσε από το μυαλό του. Έτσι έμενε στο μικρό κονάκι του, που το ΄χε πάντα καθαρό και τακτοποιημένο, όπως πάντα καθαρός ήταν κι ο ίδιος. Τα στιβάνια του καλογυαλισμένα, τα ρούχα του πλυμένα, το κεφαλομάντηλό του καλοτυλιγμένο και καθαρό.   Το χωριό τον αγαπούσε κι όλα τα σπίτια ήταν ανοιχτά για τον μπάρμπα Βασίλη, αφού ποτέ δεν πείραξε άνθρωπο. Ήταν βέβαια και καλή παρέα, πάντα με το χωρατό, με το χαμόγελο και σαν ήλεγε ιστορίες δεν χόρταινες να τονε γροικάς. Το μόνο του πάθος ήταν το κρασί και πότε-πότε μεθούσε. Ήταν μεγάλος μερακλής στα νιάτα του, πρωτοχορευτής και πότης δυνατό...

Στων βοσκών τα λημέρια

Εικόνα
  ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ Στων βοσκών τα λημέρια Στα όρη με βγάλαν τα χνάρια των λέξεων, εκεί που η αιωνιότητα μοιάζει να κρατά μονάχα μια στιγμή, εκεί που όλα φθείρονται κι όλα είναι αθάνατα. Στα λημέρια των βοσκών βρέθηκα. Αυτοί πρωτοπερπάτησαν εδώ, αυτοί έμαθαν πρώτοι να μιλούν τη γλώσσα της πέτρας και τ’ ανέμου. Ακόμα την ίδια γλώσσα μιλούν, ακόμα οι ίδιες φωνές ακούγονται, τα ίδια σφυρίγματα. Θωρώ πρόβατα κι αρνιά σαμωμένα να ζυγώνουν μες στο γκρίζο, πέτρινο τοπίο να βρουν το χρώμα της ζωής, το πράσινο. Πρόβατο: Αρχαία λέξη ( πρόβατον ) προερχόμενη από το ρήμα προ-βαίνω , που σημαίνει προχωρώ μπροστά, κινούμαι. Η λέξη πρόβατον δήλωνε την «κινητή» περιουσία σε κοπάδια. Αρχικά αφορούσε όλα τα ζώα, αργότερα περιορίστηκε στη σημερινή της σημασία. Αρνί : Παλαιότατη λέξη, υποκοριστικό του αρήν (πρόβατο) -αρνός-αρνίον . Έχει βρεθεί σε πολλές πινακίδες Γραμμικής Β΄, στην Κρήτη και στις Μυκήνες. Σαμωμένα τα οζά : Σαμιά είναι το σημάδι που κάνουν οι βοσκοί στο αυτί των αιγοπροβάτων...