Τ' ΑΠΡΙΛΙΟΥ

 


Τ’ Απριλιού





Κακοσυνιά ‘χω τ’ Απριλιού που ‘μορφοκαλονίζει

και τσι κρυγιώτες του Μαρτιού μ’ ευδιά τσι ξοργιακίζει.

Που ξεσμιλιώνει τα πουλιά ταίρια ν’ ανεγυρέψουν

και τσι φωλιές απ’ αγγινιού με βιάση να πουργέψουν,

να βγούνε στα ψηλά κλαδιά, τον ήλιο να βιγλίσουν

και του σεβντά το γράντισμα να πικροκελαηδίσουν.

Που τα φουντούλικα δεντρά τα γλυκοκανακίζει

τσι χαραυγές κι ερωντικά τα σταλοδροσουλίζει,

να σαλευτούν οι ρίζες τως, να σονεντρανιστούνε

και στα κλαδιά ντως οι καρποί καλά να μεστωθούνε.

Που γαργαλεί τσ’ αροδαρές στο μεταξύπνημά ντως

να γοργοκοκκινίσουνε τα πυρομάγουλά ντως,

ν’ ανοίξουνε το μπέτη ντως, να δώσουνε τ’ αέρα

τσι μυρωδιές που χώνουνε στου γιάτσου τη φοβέρα.

*

Μα πια πολύ που ρέγεται τσ΄ όμορφες να πατάσσει

τ’ άγριο θεριό να ξεξυπνά που μέσα ντως κοιτάσσει,

στσ’ αυλέδες να πορίσουνε όντε μοσκολουστούνε

στα πρωταντηλιαρίσματα να καλοχτενιστούνε,

να ξεχυθούν τ’ αρώματα, να τυλιχτούν στα κτήρια

και να τρυπώξουν σε κλειστές πόρτες και παραθύρια,

να λιγωθούν οι τσούμαροι, ν’ ανελωθούν οι γέροι,

να μαραθεί απ’ το σύζηλο τ’ ολάνθιστο μουλβέρι,

να ξετρουμίσουν οι όφιδες, να κουλουμουντριστούνε,

στσι στέγες και στα δώματα πια μέσα να χωστούνε.

*

Και πλια τσι πρωτογόνατες, τσι μανοκυρουδάτες,

τσι καλοκαδιοζύμωτες, τσι περδικοστηθάτες,

που τσι ‘νειρεύγει κάθ’ αργά στου ύπνου τα μπαλκόνια

και τυλιγοστρουφίζονται στ΄αμάλαγα σεντόνια,

πως τάξε τσι γλυκοφιλά το ταίρι που ποθούνε

μ’ ανοίγουνε τα μάθια ντως πριν σφιχταγκαλιαστούνε

και τρέχουνε στη μάνα ντως με μάθια δακρυσμένα

με χείλη παραπονετά, σοξεκαπυρισμένα

και γούζονται πως πια μικιές είναι στεφανωμένες,

νοικοκυρές στο σπίτι ντως, συνοροβαρεμένες

κι αυτές ακόμα κοίτουνται στην παιδική ντως κλίνη

μόνο να πέψουν ίδια ‘δα το προξενιό να γίνει,

να βγάλουν όξω τα προυκιά, να τ’ αθομπουγαδιάσουν,

να σιντεροπατήσουνε, να τα μορφοκρεμάσουν,

να βάλουν τα νυφιάτικα με τσι μαμουντιέδες

και στο λαιμό τσ’ αμπροκαμούς με τσοι χρυσούς κοτζέδες,

να ‘ρθούν οι κανισκάρηδες με τα σφαχτά στα χέρια,

νταμπήδες και συντρομητές να μάθουν τα χαμπέρια,

τα μάθια να σφουγγίζουνε οι παππουδολαλάδες,

τ’ αδέρφια ντως απ’ τσι χωσές να σύρουνε τσοι γκράδες,

του γάμου τους, ογλήγορα να παίξουν οι καμπάνες

και με του Θιού τη δύναμη να γίνουν μωρομάνες.

*

Κακοσυνιά ‘χω τ’ Απριλιού καλιά ‘χω τον Γενάρη.






Μορφοκαλονίζει=φτιάχνει ο καιρός, κάνει λιακάδες

Ευδιά=καλοκαιρία

Ξεσμηλιώνω=ξεσηκώνω σμήνος

Απ’ αγγινιού=από την αρχή, ξανά

Πουργέψουν=φτιάξουν, επιστατήσουν

Βιγλίσουν=να δουν από μακριά, να παρατηρήσουν

Γράντισμα=μπλέξιμο

Φουντούλικα=περιποιημένα

Γιάτσο=πάχνη

Πατάσσει=πειράζει, κολάζει

Κοιτάσσει=κοιμάται, είναι ξαπλωμένο

Σύζηλο=μεγάλη ζήλια

Μουλβέρι=ανθοφόρος, μυρωδάτος θάμνος(Κουφοξυλιά Sambucus nigra)

Ξετρουμίσουν=να ξαφνιαστούν

Πρωτογόνατες=οι πρωτογεννημένες, αυτές που πρωτόκατσαν στα γόνατα των γονέων

Μανοκυρουδάτες=αυτές που έχουν και τους δύο γονείς εν ζωή

Καλοκαδιοζύμωτες=ζυμωμένες καλά με κάδιο(κύβοι ζάχαρης)

Σοξεκαπυρισμένα=κατακόκκινα από τη θέρμη

Συνοροβαρεμένες=τις πρόσφατα έγκυες

Μαμουντιέδες=περιδέραιο με χρυσά φλουριά

Αμπροκαμοί=περιδέραιο με χάντρες χρυσές ή ασημένιες

Κοτζέδες=μπουμπούκια

Κανισκάρηδες=οι καλεσμένοι του γάμου που κουβαλούν δώρα (κανίσκια)

Νταμπήδες=αυτοί που βοηθούν στο τραπέζι του γάμου


Λουκαδάκης Νίκος

(Ο Δαφνιανός)

niloukadakis@yahoo.gr



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η ΣΦΑΚΙΑΝΗ