ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΤΣΙΡΙΓΩΤΑΚΗ

 

Για τον Αντώνη Τσιριγωτάκη


Σαράντα μέρες εδά, αγαπημένε Αντώνη Τσιριγωτάκη, σε θωρώ να σαλεύεις ολόχαρος στο περβόλι που με μύρια βάσανα φύτεψες, και να μπεγεντίζεις τσι βιόλες, τσι λέξεις, που κατάλυσες μια ολάκερη ζήση για να τσι σειραδιάσεις μια-μια στσ’ αρίθμητες χάρτινες αυλακιές των βιβλίων σου. Σε θωρώ έκειά, στσ’ αναμεσάδες, να σκύφτεις και να φρουκάσαι ακόμη, μην τυχόν σου ψιθυρίσει κιαμιά, έστω κι εδά, κιανένα μυστικό αφανέρωτο, κιανένα ετυμολογικό μονοπάτι λησμονημένο, να προλάβεις να το ξεφανερώσεις. Μα όλες είναι σιωπηλές, κλιτές, μουρμουρίζουν μονάχα, σε πλάγιο του δευτέρου και πότε-πότε σηκώνουν την κεφαλή για να ξανοίξουν τα σαφί χαμογελαστά σου μάθια.






Τσι γατέχεις καλά. Μια-μια τσι γύρεψες, και δεν εντάκαρες από τα κιτρινισμένα βιβλία και τσ’ αμίλητες βιβλιοθήκες, μόνο ανεχούμισες πρώτα-πρώτα του νου σου τον άθο κι ήβρηκες σπίθες ακόμη ν’ αντιφεγγίζουν. Ήκουσες πάλι στ’ αυτιά σου τσ’ αποθαμένους κτήτορες των λέξεων να βροντοφωνιάζουν, στεμένοι κάτω απ’ τα ματζιπέθια των αιώνων. Δεν σ’ έφταξε όμως μόνο αυτό, μόνο εσάλεψες στα χαλάσματα της λαλιάς μας, έκεια που κονεύγει παραχωστά η αδιαφορία, η κακόσυρη γριά που τρυπώνει ακάλεστη γή καλεστική. Σήκωσες σαπιμένες πιατοθήκες, ραϊσμένους χερόμυλους, σπασμένους σοφράδες. Ήβαλες τη χέρα σου μέσα σε πιθάρια που κοίτουνταν μέσα όφιδες της απαξίωσης, μέσα σε κιουπιά που παραφυλούσαν οι σκορπιοί του φθόνου, έτοιμοι να χύσουν το δηλητήριο τους. Μα δε πισωπάτησες ούτε ένα ζάλο, μόνο ήβρισκες τσι λέξεις, άλλες ποθαμένες κι άλλες να ψυχομαχούνε, και τσι κουβάλιες να τσι μεταφυτέψεις, να βλαστοσύρουν πάλι, να ‘ροδαμίσουν, να μπουν πάλι οι μυρωδιές τους από τα σφαλιχτά μπλιο παραθύρια μας.

Εδά όμως ήρθε η ώρα ν’ αφήσεις το περβόλι σου και να πορπατήσεις στο καλόβολο μονοπάτι της αιωνιότητας. Δεν γυρομπεντένιασες το περβόλι, ούτε φράχτες ψηλούς ήστεσες και θύρες με βαριά κερκέλια. Δεν ήδεσες, ως πράττουν άλλοι, παραγωνιαστά τσοι σκύλους της δήθεν σοφίας, να φυλούν τσοι κόπους σου. Ήθελες να το χαίρονται όλοι, μικιοί-μεγάλοι, ξενομπασάρικα πουλιά, μιαρά τση νύχτας, κι όσοι ρέγονται τσοι καρπούς τούτης της αθάνατης λαλιάς, να μπαίνουν άφοβα και να δοκιμάζουν. Έτσα λοής εμπήκα κι εγώ, αξυπόλυτος, ακάτεχος, με τη βούργια μου αδειανή, τη βέργα μου ακατσούνωτη ακόμη και τα στιβάνια μου αγγίνιαστα. Μα σαν επρωτομπήκα, επρωτομύρισα, επρωτογεύτηκα τσ’ αθούς και τσοι καρπούς τούτου του περβολιού, δεν ερέχτηκα άλλη μυρωδιά κι άλλη γεύση. Καθημερνό μουσαφίρη με ‘χες, κι ίντα δεν μου ανεθίβαλες ως εσαλεύγαμε στα απόζαλα των λέξεων. Μου ‘πες για τον Δωριέα ‘γγαλονόμο που σάμωνε και σάκαζε τα έχνη ντου με τσ’ ίδιες λέξεις όπως σήμερα. Την Πηνελόπη που νημένοντας τον Οδυσσέα τύλισε στο ίδιο αντί και περνούσε στους ίδιους μίτους τα νήματα όπως σήμερα. Πόσα ταξίδια δεν κάναμε, πόσους τόπους ανέγνωρους δεν αντίκρισα. Έξε λογιώ καλλίκωση κατάλυσα κι ακόμα αχόρταγα σαλεύγω.

Σε θωρώ, αγαπημένε Αντώνη Τσιριγωτάκη, ως διαβαίνεις τα σύνορα του τώρα με το πάντα, και γυρίζεις να με ξανοίξεις. Σίγουρο το βλέμμα σου, ανέγνοιο. Γατέχεις καλά πως το περβόλι σου δεν θα μείνει απότιστο, αβαγιοκλάδιστο. Εδώ θα στέκω κάθε μέρα κι όι μοναχός, μυριάδες είμαστε κι κάθαεις θα πολεμά να φέρει έστω κι ένα κοπέλι έπαε, να μυρίσει, να γευτεί, να μπεγεντίσει κι απόις να τρέξει στα κακοτράχαλα σοκάκια του αύριο, βαστώντας μια χουφτιά κρητικές λέξεις στη χέρα του.

Δεν σε αποχαιρετώ. Έχω τα θάρρη μου στον Θιό πως θα σμίξομε σ’ άλλης λοής περβόλια. Καλή αντάμωση λοιπόν, δάσκαλέ μου, Αντώνη Τσιριγωτάκη.



Λουκαδάκης Νίκος

(Ο Δαφνιανός)

niloukadakis@yahoo.gr



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η ΣΦΑΚΙΑΝΗ