Ο "ΤΡΟΧΑΛΟΣ" ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΥΚΑΛΑ

 

Ο «Τρόχαλος» του Μιχάλη Καυκαλά.



Μου ‘χανε ειπωμένο πως ο Μιχάλης Καυκαλάς, είναι από τσοι ρούκουνες των Κρητικών γραμμάτων, μα δεν είχε τύχει να διαβάσω κάποιο βιβλίο του. Εδά όμως που ήφταξε η ώρα και το ‘καμα πράξη, εκατάλαβα γιατί μου ‘λέγανε και μου ξαναλέγανε να τονε μελετήσω, αν αγαπώ την Κρήτη.

Ο Μιχάλης Καυκαλάς (1933-1999) γεννήθηκε στο Ρέθυμνο, σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από όπου αποφοίτησε το 1960 και από το 1961 μέχρι το 1965 υπηρέτησε ως αγροτικός γιατρός σε χωριά του Νομού Ρεθύμνου. Αργότερα εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα και δίδασκε στο Πανεπιστήμιο, ενώ παράλληλα εξασκούσε το επάγγελμα του γιατρού Παθολόγου. Ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία και τον κρητικό πολιτισμό γενικότερα. Ειδικότερα με τη μελέτη της κρητικής διαλέκτου. Η συνεργασία του με την εφημερίδα των Αθηνών «Κρητικά Επίκαιρα», στην οποία επιμελήθηκε και τον οκταετή διαγωνισμό μαντινάδας και ρίμας, ξεκίνησε το 1987 και κράτησε μέχρι τέλους της ζωής του, με δημοσιεύσεις σειράς άρθρων για την κρητική διάλεκτο.

Ο Μιχάλης Καυκαλάς έγραψε οκτώ βιβλία, Κρητολογικού ενδιαφέροντος καθώς και πολλές μελέτες:

Τρόχαλος, ποίημα με 1.056 στίχους στη διάλεκτο της Κρήτης, 1986, σελίδες 88 (Έπαινος Γλωσσικής Εταιρείας Αθηνών).

Η Κρητική Διάλεκτος, σειρά ραδιοφωνικών εκπομπών για την διάλεκτο της Κρήτης, 1989, σελίδες 30.

Αντιλαμψίδες, συλλογή ποιημάτων στην κρητική διάλεκτο, 1990, σελίδες 63.

Μνημόνιο Κρητικής Διαλέκτου, σύντομη γραμματική της κρητικής διαλέκτου και συλλογή σύγχρονων επώνυμων μαντινάδων της Κρήτης, 1992, σελίδες 101.

Ιστορίες και θρύλοι της Κρήτης, επτά μονόπρακτα θεατρικά έργα στην ατόφια κρητική διάλεκτο, 1994, σελίδες 141 (Βραβείο Ιπεκτσί 1991).

Τα επιρρήματα της Κρητικής Διαλέκτου, επιστημονική πραγματεία, 1995, σελίδες 234 (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών).

Κρητολόγιο 1, απάνθισμα δημοσιευμάτων, ομιλιών και λογοτεχνημάτων μιας δεκαετίας. Κύριο θέμα η πολιτιστική και πνευματική δραστηριότητα των Κρητών, όπως η κρητική διάλεκτος και λογοτεχνία, 1996, σελίδες 503.

Οδηγός Κρητικής Μαντινάδαςτα πεπραγμένα ενός επταετούς διαγωνισμού Μαντινάδας στην εφημερίδα «Κρητικά Επίκαιρα», δημοσιεύματα για την κρητική μαντινάδα, συλλογή επιλεγμένων κρητικών μαντινάδων και άλλων στιχουργημάτων, 1998, σελίδες 188.

Μετά από αγώνα έπεσε στα χέρια μου το πρώτο του βιβλίο, ο «Τρόχαλος» το οποίο πια το τοποθετώ στα κορυφαία έργα της κρητικής διαλέκτου.


Τρόχαλος


Οι θύμησες με βάλασι στη μέση και χορεύγου

και δε μ’ αφήνουν ορνικό παρά με πιλατεύγου.

Γυρεύγουσι μου στο χαρτί σειράδες να τσι σιάξω

τσ’ αγάπης και του χωρισμού τραγούδι να ταιργιάξω.

Και με συβάσα κι αρχινώ κι ό,τι μου λέσι κάνω,

για πύργο και για τρόχαλο μετρώ κι αναθιβάνω….


Έτσι ξεκινάει το σπουδαίο αυτό έργο όπου ο τίτλος του αναφέρεται στο κτήρι της αγάπης που ήταν πύργος και έγινε τρόχαλος (σωρός πέτρες). Εξηγεί λοιπόν με άριστη ρίμα και εξαιρετική χρήση του Ρεθεμνιώτικου ιδιώματος τα βάσανά του σχετικά με την αγαπητικιά του, την Διαλεχτή:


Τσ’ αγάπης πύργο μια βολά έχτισα κρουσταλλένιο

σε τόπο απού ‘παιρνε ν-το νου, τόπο παραμυθένιο.

Εκαλοστέλιωσά τονε κι ολόντρετος εστάθη

και τον ομορφοστόλισα μ’ ασήμι και χρυσάφι…..


Κάνει μια λυρική περιγραφή του πύργου:


Στα ματζιπέθια κάθουνται πουλιά και κελαηδούνε

σ’ τσ’ αυλέδες χίλια πούλουδα ολοχρονίς αθιούνε.

Μοσκοβολούνε γιασεμιά, βιόλες και μενεξέδες,

λεμοναθοί, γαρούφαλα, φούλια και καντηφέδες

και καντινέλες πλουμιστές με νάζι πεταρίζου

τσ’ αθούς πεσιχαργιάζουνται, το μέλι πιπιλίζου.

Ανοιγωκλειού ν-τα πούλουδα και τάξε πως γελούσι

φύλλα, φτερά και πέταλα τον έρωντα ‘στορούσι…


Κάνει αναφορά πως τον έρωτα τους τον είχαν κρυφό και είχε στα χέρια του γράμμα της καλής του:


Στ’ απόκουρφα, στ’ αποχωστά κι εις τα μανταλωμένα

κράθιεν ο πύργος μυστικό για κείνη και για μένα.

Η Διαλεχτή μου τό ‘χενε σ’ ένα χαρτί γραμμένο

και μ’ όρκισεν ώστε να ζιώ να τό ‘χω φυλαμένο.

Κι ιστόργιε ν-τη αγάπη μας, στον ουρανό τη βγάνει

και πέλαγα και ποταμούς κι όρη ψηλά τη γ-κάνει…

...Κι είπε πως θάν’ ατζιποδιά κι η γ-εζιμιά μεγάλη

αν είχε βρουν ν-το μυστικό και μας το πάρουν άλλοι

και πως τη γ-κυνηγούσινε οχθροί να τση τ’ αρπάξουν

κι α ν-τωνε σιάξει και το βρου ‘μπόργιε και να τη σφάξου….


Όμως το μυστικό τους μαθεύεται και όπως λέει ο ποιητής:


Η Πούλια μου βασίλεψε κι εμίσεψε κι εχάθη

το μυστικό ‘τον’ αφορμή κι οι κλέφτες κι ετροζάθη…..


Παρακολουθεί λοιπόν περίλυπος την Διαλεχτή που πια σε κατάσταση σχιζοφρένειας από τον πόνο, σχεδόν δεν τον αναγνωρίζει κι αποφασίζει να της γράψει ένα τραγούδι, να της το στείλει σε γράμμα. Αυτό το γράμμα περιγράφει στο υπόλοιπο, ποίημα του:


...Έρμος παντέρμος έκατσα κατάχαμα πλιά πέρα

κι από ‘κειά κι ύστερα χαρά δεν είδα κι ΄άσπρη μέρα.

Και σα δεν είχα ίντα γενώ μέσα στη μοναξά μου,

επήρα μπένα και χαρτί και τα παράπονά μου

και τσι χωστές βαρυσματές και τσι κατατρεγμούς μου,

τσ’ αναποδιές τση μοίρας μου, τσι τόσους παιδωμούς μου

κι η χέρα μου του νου ΄κλουθά κι εις το χαρτί τα γράφει

κι εμέτρουνε κι εσέβουμου να μη γενούσι λάθη.

Κι εταίργιαξά τα κι έσιαξα τραγούδι πονεμένο

και τση κέρας μου το ‘πεψα ως είν’ επά γραμμένο…


Στο γράμμα αυτό περιγράφει τον πόνο του και τα όνειρα που βλέπει στον ύπνο και στον ξύπνιο του και που η Διαλεχτή είναι σαν δύο διαφορετικά πρόσωπα, η μια λογική και η άλλη με παραφροσύνη.


Μιαν άλλη πάλι αργαδινή σε νιούς γκρεμνού την άκρα

η μια σας μαύρα φόργιενε κι η γι-άλλη σας ολάσπρα.

Κι ήσαστον’ ολοσούσουμες σα δυο δροσοσταλίδες

ρουπάδι δεν αφήν’ η μια τσ’ άλλης μονό στ’ οι γ-ίδιες.

Ετσακοπετεινιάζεστε κι η μια τσ’ αλλής μοντέρνει,

χαμπάρι πως εκειά ‘στεκα κιαμιά σας δεν ν-το παίρνει...




Το πολύστιχο αυτό αριστούργημα περιέχει αλληγορίες, μεταφορές και άλλα λογοτεχνικά στοιχεία που θα ήθελα σελίδες ολόκληρες να τα αναλύσω και τελειώνει με την πεποίθηση ότι οι δύο αγαπημένοι θα σμίξουν στον Άδη.

Για επίλογο παραθέτω ένα απόσπασμα από τον πρόλογό του στο βιβλίο, που δείχνει ο πάθος του και τον αγώνα του για τη σωστή χρήση της διαλέκτου, κείμενο το οποίο με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο:


Δυο κουβέντες για τη γλώσσα, το χρυσάφι τση Κρήτης


Κάθ’ απού γροικώ μιαν «ελληνικούρα» σ’ τσι μαντινάδες γή σ’ άλλης λοής τραγούδια τση Κρήτης, τάξε πως θωρώ ‘να Σφακιανό να φορεί κόκκινο φέσι αντίς για το κρουσσάτο μαντήλι. Και κάθ’ απού διαβάζω γραφτό, γραμμένο-λέει-στα Κρητικά και μου παντήχνου, στο κάθα ζάλο, οι γ-ίδιες ελληνικούρες, γροικώ μια μαργωσά στο γ-καφά μου και γλακά στη ράχη μου κι αποσώνει ως τσι πατούχες και τ’ ακράνυχά μου.

Ετούτονά ‘τον’ αφορμή να γράψω ό,τι ‘γραψα για να μηνύσω των μαντιναδολόγω, τω μ-ποιητάδω, τω λυρατζήδω και τω ν-τραγουδιστάδω τση Κρήτης, να μη ν-τη μαγαρίζουνε τη γλώσσα τζη γιατί ‘ναι χρυσάφι και το καταντούνε μπρούτζο κι είναι στάκα και τη γ-κάνου λάχανα…




Νίκος Λουκαδάκης

(Δαφνιανός)

niloukadakis@yahoo.gr




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η ΣΦΑΚΙΑΝΗ