ΠΡΩΤΑ ΖΑΛΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ
Πρώτα ζάλα του Μάρτη
Πρώτα ζάλα του Μάρτη. Βρουχάται ο χειμώνας ξεπνεμένος, να δείξει την αντρειγιά του. Αποδιαφώτιστα σαλεύγω και γροικώ την πάχνη που σκαλώνει και παλεύει να γδύσει την κουζουλερή μυγδαλιά. Οψές την ταχινή, όπως κάθα μέρα όντο φεύγω για τη δουλειά, επάντηξα τον γεροντή γείτονά μου: «Ανεκρέμαση οφέτο, ε, μπάρμπα;», του είπα απείς τονε καλημέρισα: «Όι Νικολή, παιδί μου. Ήκαμε ο παντέξερος, ο Φλεβάρης τη δουλειά ντου κι ομόρφισε η γης. Μη θωρείς έπαε στη Χώρα. Άμε όξω και θα με θυμηθείς». «Θα πάω θέλει, μπάρμπα, γιατί πριν από μια τριανταρά μέρες που επήγαμε με τη κερά να βρούμε τάξε γιαχνερά, μας ήβγαλε και τσοι δυο στο κλάημα από την ξεραΐλα και την καταδιά τση γης», του είπα κι έτσα εβρέθηκα εδά να γρηγορεύγω το ζάλο μου να σοπατήσω σε έβγορο, ν’ ανεδιάσω τη γη όντε θα ξεπροβάλει ο ήλιος.
Εκούμπησα σε μια γεροντολιά, εσταύρωσα τα χέρια μου και την ιδιαμένη ώρα, πάνω απ’ την κεφαλή μου ήπεψε ο ήλιος τσ’ αχτίνες του. Εντάκαρα να διαντηρίζω ακνά-ακνά και να μπεγεντίζω το θαύμα που σαφί είναι ομπρός μας, μα εμείς, σαν τα βυζανιάρικα κουλούκια έχομε σφαλιχτά τα φεγγιά μας. Ήπαιξε φτερό στο μπέτη η καρδιά μου όντε τρύπωσε στα ‘ρθούνια μου η μυρωδιά τση χλωρής καρπέτας που ‘τονε απλωμένη οπού ‘φτανε το αμάτι μου: «Ω, χαρώ σε Μάνα μου, πολύγεννη, Μάνα μου αθάνατη», φώνιαξα απείς ήβγαλα βαθύ στεναγμό.
Οξυνίθρες γεμάτες αθούς κιτρινίζανε τον τόπο κι εχορεύγανε με το φύσημα του ξαναμμένου νοθιά. Χολχιοί σαλεύγανε ν’ ανεβούνε στη ολόξερη κουρμούλα, να προλάβουν τσοι πρώτους βλαστούς που ντακάρανε να τρυπούνε το ξύλο. Ο κοτσυφός, λιγομίλητος σήμερο, πούργευε τη φωλιά να πυρωθεί η φαμελιά ντου. Ο όφις εκουλουμούντρισε κάτω απ’ το χαράκι παίζοντας το αμάτι του στο τελευταίο μεταξύπνημα κι η κολισαύρα ήβγαλε τη γλώσσα τζη ν’ ανεριαστεί μπας εσίμωσε η Άνοιξη. Μα δεν επρόλαβα να χορτάσω την ευδιά, μαζωχτήκανε νέφαλα, εντάκαρε να μπουμπουνίζει και να ψιχαλολογά. Εμυρμίδιασε ο νους μου όντε σωπάσαν όλα και γροικούντανε μόνο η βροχή που δυνάμωσε κι εγίνηκε μπόρα. Έκεια κάτω απ’ τα κλαδιά τση γεροντολιάς εστάθηκα κι εθώρουνα τα νερά να τρέχουνε και ν’ ανοίγουνε αυλακιές στο χώμα. Δε γατέχω ανε φαντάχτηκα αλλά σαν να ‘κουσα σιγανοτραγούδισμα κι εθυμήθηκα τη συγχωρεμένη τη γιαγιά μου την Ερηνούλα, που όντε ήβρεχε Μάρτη μήνα, ήνοιγε το παραθύρι και μου ‘λεγε: «Έλα Νικολιό, έλα να ‘κούσεις πως τραγουδεί η βροχή» κι όταν εσίμωνα και τη ρωτούσα γιάντα γιαγιά τραγουδεί, μου ‘λεγε: « Γλυκοξυπνά την άνοιξη παιδί μου, τση τραγουδεί για να μεροξυπνήσει. Άμα φρουκαστείς θα τηνε γροικήσεις».
Με το τραγούδι τση βροχής και τη στόρηση τση γιαγιάς μου στο νου, ένα χαμόγελο ξεπρόβαλε στα χείλη μου την ώρα που ανάδια, το ίδιο χαμογελαστή εβγήκε η κεραζόζα για να σκορπίσει τα νέφαλα.
Λεξιλόγιο
Ξεπνεμένος=λαχανιασμένος
Αποδιαφώτιστα=λίγο πριν φέξει
Καταδιά=κατάντημα
Σοπατήσω=φτάσω σε επίπεδο μέρος
Ανεκρέμαση=μακρά περίοδο ξηρασίας
Έβγορο=μέρος με απεριόριστη θέα
Ανεδιάσω=στο κείμενο, να θαυμάσω τη θέα
Γεροντολιά= γέρικη ελιά
Ιδιαμένη= την ίδια
Διαντηρίζω=διακρίνω
Ακνά-ακνά=σιγά-σιγά
Μπεγεντίζω=θαυμάζω
Φεγγιά= μάτια
Σφαλιχτά=κλειστά
Ντακάρανε= αρχίσανε
Πούργευε=βοηθούσε να χτιστεί
Πυρωθεί= ζεσταθεί
Εκουλουμούντρισε= έκανε τούμπα
Μεταξύπνημα=όταν ξυπνά κάποιος και ξανακοιμάται
Ανεριαστεί=μυρίσει, αντιληφθεί
Ευδιά= καλοκαιρία
Εμυρμίδιασε= μούδιασε
Φαντάχτηκα=είδα φάντασμα, όραμα.
Μεροξυπνήσει=γλυκοξυπνήσει
Φρουκαστείς=ακούσεις προσεκτικά
Στόρηση= ανάμνηση
Ανάδια= απέναντι
Κεραζόζα=ουράνιο τόξο
Νίκος Λουκαδάκης
(Δαφνιανός)
niloukadakis@yahoo.gr

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου