ΤΑ ΧΩΡΙΑΤΙΚΑ ΤΣΗ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ
Τα «χωριάτικα» τση μάνας μου
Δαφνιανός είμαι από μάνα κι από κύρη. Χωριάτες δηλαδή οι γονέοι μου κι εμιλούσανε τα «χωριάτικα». Ε, κι εγώ, αν κι ενεθρέφηκα στη Χώρα, μου ξέφευγε στο σχολειό κιανένα: «ιντά ‘πετε κύριε, δεν ήκουσα;» ή κιανένα: «κύριε δεν θωρώ καλά από έπαε τον πίνακα». Πάντα λοιπόν σε τέτοιες περιπτώσεις, οι «σοφοί» δάσκαλοι, εστρουφίζανε τα μούτρα τους και μου λέγανε: «Λουκαδάκη, εδώ είναι σχολείο, τα χωριάτικα στο σπίτι σας». Εμένα όμως μ’ αρέσανε τα «χωριάτικα». Μου γαργαλούσανε τη γλώσσα και τον νου. Δεν ξέρω γιατί αλλά σοφιλιάζανε πια καλά με την ψυχή μου κι αργότερα, όταν άνοιξα τα φεγγιά μου και διάβασα αρχαίους συγγραφείς, για φαντάσου, μιλούσανε κι αυτοί χωριάτικα.
Η μάνα μου σε μικρή ηλικία, ανεθρεμμένη με τα «χωριάτικα»
Ήλεγε μου λοιπόν η μάνα μου:
«Νικολιό, βγάλε παιδί μου τον άθο από τη ξυλόσομπα, εγέμισε μπλιο και δεν θ’ ανάβει αύριο.
Άθος= στάχτη από το αρχαίο αίθος=καύσωνας, φωτιά, του ρήματος αίθω=καίω λάμπω.
Ομήρου Οδύσσεια 11. 220
…αλλά τα μεν τε πυρός κρατερόν μένος αιθομένοιο…
Μεταφραση: …όλα τους τα δαμάζει το μένος της πυράς που λαμπαδιάζει…
Όντε εμπουμπούριζα τα αλάτσι στο πιάτο μου φώνιαζε: «Μη βάζεις μωρέ φούτερε άλλο αλάτσι στο φαΐ και ήκαμές το αλισάχνη»
Αλισάχνη= πολύ αλμυρό, από το αλός άχνη=η άχνη της θάλασσας
Ομήρου Ιλιάδα 4. 425
…αμφί δε τ᾽ άκρας κυρτόν εόν κορυφούται, αποπτύει δ᾽ αλός άχνην·
Μετάφραση…κι ολόγυρα στους κάβους δοξαρωτό κορφοσηκώνεται ξερνώντας αλισάχνη·
Όντε-ν-είχαμε τη συγχωρεμένη τη γιαγιά μου στο σπίτι και ήτονε ανήμπορη, τση ‘λεγε: « Άντε μάνα, σήκω δα να κάμομε ένα ζάλο».
Ζάλο= βήμα, από το σάλος=θόρυβος
Ευριπίδου Εκάβη. 29
Κείμαι δ' επ' ακταίς, άλλοτ' εν πόντου σάλῳ, πολλοίς διαύλοις κυμάτων φορούμενος…
Μετάφραση: Κείτομαι στην ακρογιαλιά κι άλλοτε πάλι παραδέρνω στο πέλαγο, φερμένος από της τρικυμιάς τους πολλούς δρόμους…
Αν ήθελα να χορτάσω και ήπαιζα στο τραπέζι με το ψωμί, έλεγε: «Γιάε, εγέμισε πάλι τον τόπο θρουλιά».
Θρουλίζω= κομματιάζω, από το θρυλίσσω=θραύω, συντρίβω
Ομήρου Ιλιάδα Ψ.396
…θρυλίχθη δε μέτωπον επ᾽ οφρύσι· τω δε οι όσσε…
Μετάφραση: …το μέτωπό του εσύντριψε, τα μάτια του όλα δάκρυα…
Όντε-ν-είχε μεγάλη ανεκρέμαση κι εθώριε πάλι να λιάζει ήλεγε με αναστεναγμούς: «Να ‘θελα κάμει μιαν ομπρά, απού εξεράθηκε μπλιο ο κόσμος»
Ομπρά= βροχή, από το όμβρος
Ησίοδος
Έργα και Ημέρες 415-416
…μετοπωρινόν ομβρήσαντος Ζηνός ερισθενέος…
Μετάφραση:…και βρέξει φθινοπωρινά ο Δίας ο μεγαλοδύναμος,
Του κυρού μου του ΄ρεσε το κρέας κι όταν το παράκανε του έλεγε: «Μάνα μου Γιάννη, πάλι οφτό θα φας; Θαρρείς πως κάνει και καλό;»
Οφτός=ψητός, από το αρχαίο οπτός.
Όμηρος Οδύσσεια
22.21
…σιτός τε κρέα τ’ οπτά φορύνετο. τοι δ’ ομάδησαν…
Μετάφραση: ψωμιά ανάκατα με κρέατα ψημένα….
Έτσα λοής λοιπόν «χωριάτικα» εμίλιενε η μάνα μου, και που το φανταζότανε δα η συγχωρεμένη, πως τα ίδια εμιλούσε ο Όμηρος, ο Ησίοδος, ο Ευριπίδης και όλοι οι αποδέλοιποι «χωριάτες» παππούδες μας.
Λουκαδάκης Νίκος
«Δαφνιανός»
niloukadakis@yahoo.gr
.jpg)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου