Αναρτήσεις

Ο ΣΥΡΝΑΥΤΗΣ

Εικόνα
  Ο Συρναύτης Στο Φαλτέ Τζαμί, σ’ ένα καφενείο, κάθονται δυο μεσοκαιρίτες και πίνουν τον καφέ τους. Δίπλα τους, σ’ ένα στρογγυλό, σιδερένιο τραπεζάκι, έρχεται και κάθεται ένας λεβεντόγερος ψηλός με παχύ μουστάκι, καλοντυμένος, κρατώντας ένα κομπολόι στο χέρι. Γυρίζει ο ένας μεσοκαιρίτης και λέει στον άλλο: - Μρε Γιώργη, έκειοσες ο γέρος δεν μοιάζει με τον Συρναύτη; -Κατέω μρε ‘γω Νικολή. Τριάντα χρόνους έχομε να τονε δούμε. -Έτοσας είναι σίγουρα, πάω να του μιλήσω. Σηκώθηκε ο Νικολής, πλησίασε τον γέρο, ακούμπησε στο τραπεζάκι κι είπε:              - Καλημέρα. Ο δάσκαλος ο Παπαδάκης δεν είσαι;   Σήκωσε ο γέρος τα μάτια του, κοίταξε τον άντρα κι είπε:               - Ναι ο δάσκαλος είμαι κι εσύ είσαι ο Νικολής του Παναγιωτάκη.   Έσκυψε ο Νικολής με σεβασμό και φίλησε το χέρι του δασκάλου του:       ...

ΟΤΑΝ ΕΝΑΣ ΑΝΔΡΑΣ ΞΟΜΠΛΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗΣ ΤΟΥ!

Εικόνα
        Δυο φίλοι, ο Γιώργος Χουστουλάκης από τη Γαλιά, και ο Νίκος Λουκαδάκης από τις Δαφνές, σκεφτήκαμε να δημοσιοποιήσουμε μια κουβέντα, που είχαμε πρόσφατα, πάνω στο θέμα της ομορφιάς της γυναίκας και του στολισμού της με κοσμητικά επίθετα. Κάνουμε για πρώτη φορά, αυτό το εγχείρημα, μιας και οι δύο γράφουμε στην τοπική εφημερίδα «Αντίλαλος».   -Φίλε Νίκο, εσύ ασχολείσαι περισσότερο με τον έντεχνο γραπτό λόγο,  ασφαλώς όμως θα γνωρίζεις, πως οι άνδρες, και όχι μονάχα στην Κρήτη, εξυμνούσαν τα γυναικεία κάλλη και την ομορφιά. Θα γνωρίζεις επίσης και για τα όμορφα, κοσμητικά επίθετα, που χάρις αυτών, οι ερωτευμένοι εξυμνούσαν την γυναικεία υπόσταση. -Βεβαίως και τα γνωρίζω, όπως επίσης γνωρίζω, ότι εσύ τα συλλέγεις αυτά τα κοσμητικά επίθετα χρόνια τώρα. Σε καταλαβαίνω απόλυτα, πως να μην μπει κανείς σε πειρασμό να κρατήσει στις σημειώσεις του αυτές τις τόσο όμορφες λέξεις, που άφησαν εποχή. Παρόμοιες λέξεις είδαμε στον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα, σ...

ΣΕΡΝΟΝΤΑΣ ΚΟΥΠΙ ΣΤΗΝ ΑΓΡΙΕΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΟΔΥΣ(Σ)ΕΙΑΣ

Εικόνα
  Σέρνοντας κουπί στην αγριεμένη θάλασσα της Οδύσ(σ)ειας « Αθησαύριστοι νεολογισμοί Οδύσ(σ)ειας Καζαντζάκη » Όταν καταπιάνεται κανείς με τα έργα του Νίκου Καζαντζάκη πρέπει να είναι έτοιμος να σύρει ατέλειωτο κουπί στην φουρτουνιασμένη πνευματική θάλασσα του μεγάλου αυτού στοχαστή. Όταν δε αποφασίσει να ασχοληθεί με το σπουδαίο ποίημά του, την Οδύσεια (με ένα -σ την ορθογραφεί ο ίδιος για διάκριση από την Ομηρική Οδύσσεια), το μεγαλύτερο έπος της λευκής φυλής όπως έχει χαρακτηριστεί, τότε δεν φτάνει μόνο το κουπί, πρέπει να είναι προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει τα ίδια βάσανα με τον ήρωα του ποιήματος.       Η Οδύσεια του Καζαντζάκη αποτελείται από 33.333 στίχους σε ιαμβικό 15σύλλαβο και θεωρείται ένα από τα δυσκολότερα έργα του. 13 χρόνια του πήρε για να το ολοκληρώσει και να ενσωματώσει μέσα σε αυτό όλα τα βιώματα του, φυσικά και πνευματικά, καθώς επίσης και όλα τα πρόσωπα που σημάδεψαν την πολυκύμαντη ζωή του. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του έργ...

ΖΑΛΑ ΤΗΣ ΠΡΕΠΙΑΣ

Εικόνα
ΖΑΛΑ ΤΗΣ ΠΡΕΠΙΑΣ Μάνα, γιατί μ’ έβαλες σε τούτη τη στράτα; Εδώ σαλεύουν λίγοι και τα πόδια τους είναι ματωμένα απ’ τα τζουγκριά και τους ασπαλάθους. Η ράχη τους είναι σκεβρωμένη απ’ την ασήκωτη βούργια του σεβασμού. Ποιός θα τους αλαφρώσει; Τα ρούχα τους είναι γαργιωμένα απ’ τον πηχτό ιδρώτα της πρεπιάς. Ποιό νερό καθάριο θα τα ξεπλύνει; Η ψυχή τους είναι φαρμακωμένη απ’ το θανατερό κεντρί της περιφρόνησης. Ποιό ξαρρωστικό βοτάνι θα τους γιατρέψει; …Μάνα γιατί μ’ έβαλες σε τούτη τη στράτα ; Δεν θωρείς μάνα πόσα εμπόδια έχει τούτη η στράτα; Πώς θα τα περάσω; Έχει λάκκους θεόρατους που μέσα τους σέρνονται οι τρικέφαλες οχιές της απληστίας. Έχει βάτους αδιάβατους που τ’ αγκάθια τους, ατσάλινα νύχια της αχαριστίας, θα ξεσκίσουν τις σάρκες μου. Έχει απάτητα χαράκια, βουρκιασμένα απ’ την ασταμάτητη βροχή του φθόνου. Χάσκουν τα γκρεμνά της αδιαφορίας σε κάθε δεύτερο ζάλο που θα κάνω. Γλιστρούν τα ανεβολέματα της καλοσύνης που πρέπει να σκαλώσω. Σπάνε οι φτενές πλακούρες της ταπεινότητας, στ...

ΤΑ "ΚΟΣΜΗΤΙΚΑ" ΕΠΙΘΕΤΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Εικόνα
  Τα «κοσμητικά» επίθετα της Κρήτης Τούτο το νησί, το αιώνιο χωνευτήρι των πολιτισμών, σαν το διαβείς λέξη-λέξη και κατέχεις που να πατήσεις, καταλαβαίνεις γιατί πολλοί σπουδαίοι λογοτέχνες της χώρας μας, αγάπησαν την Κρητική λαλιά. Αλλού θα συναντήσεις άγριες, ατίθασες λέξεις, που σαν τις προφέρεις, αντηχούν στο μπέτη σου σαν βροντή. Αλλού θα τις ακούσεις σαν γάργαρο νερό που τρέχει από βρύση παλαιϊνή. Πουθενά όμως δεν θα συναντήσεις λέξη χωρίς ρυθμό, χωρίς συναίσθημα. Ούτε καν στα λεγόμενα «κοσμητικά» επίθετα, σε εκείνα δηλαδή που χαρακτηρίζουν με άσχημο τρόπο κάποιον άνθρωπο.   Στύλος διαπόμπευσης όπου δένονταν και βασανίζονταν κατάδικοι για δημόσιο παραδειγματισμό. Πιθανολογείται ότι από την Γαλλική ονομασία του ( Gibbet ), προέρχεται η λέξη γίβεντο και το ξεγιβέντισμα. Πηγή φωτογραφίας: Wikipedia Κάποια από αυτά τα επίθετα τα φτιάξαμε στα μέτρα μας, ίσως γιατί οι υπάρχουσες λέξεις δεν μας ταίριαζαν: Δίμουρος = διπρόσωπος. Εδώ η λέξη πρόσωπο μάλλον μας φάνηκε πολύ ε...

Ο ΚΑΤΣΑΚΟΣ ΕΜΟΛΑΡΕ

Εικόνα
Ο Κατσάκος εμόλαρε « Αντέστε για φαγητό», φώναξε ο Βαγγέλης και μέσα απ’ τ’ αμπέλι ξεπρόβαλαν μαντηλοδεμένες κεφαλές. Ήταν οι κόφτρες που σκυμμένες γέμιζαν τα τσιγκάκια με σταφύλια. Ο κουβαλητής ξεφόρτωσε τον γάιδαρο, του ‘βγαλε το σομάρι και τον έδεσε στην σκιά μιας απιδιάς στην κάτω μεριά του αμπελιού. Ο αλουσουδιαστής έβγαλε τα γάντια και έπλυνε τα χέρια του καλά μέσα σ’ ένα κουβά με νερό. Οι απλώστρες πλύθηκαν και τεντώθηκαν ολόπιαστες από το πολύ σκύψιμο. Ανηφόρισαν όλοι μαζί κι έκατσαν κάτω από μια θεόρατη χοντρολιά που τρεις νομάτοι δεν τηνε ‘γκάλιαζαν. Η Γιωργία, η γυναίκα του Βαγγέλη, είχε κιόλας ετοιμάσει το φαγητό και το ‘χε σερβίρει στα τσίγκινα πιάτα. Πατατοσαλάτα με αυγό, κρεμμύδι, γλυστρίδα, ντομάτα, αγγούρι, ελιές, ένα βρεμένο παξιμάδι του καθενούς και πέντε-έξι σαλμούς κονσέρβα σε ένα μεγάλο πιάτο στη μέση. Η μικρή Αλίκη, η κόρη του Βαγγέλη, έβαζε νερό και το έδινε στους εργάτες για να ξεδιψάσουν, από μια ντενέκα, ντυμένη μ’ ένα τσουβάλι που το έβρεχαν για να κρατι...

ΤΟΥ ΤΡΥΓΟΥ

Εικόνα
  ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ Του τρύγου Αυγουστιάτικος ήλιος μου ‘δωκε κατακούτελα, ως κλουθούσα τα χνάρια των λέξεων. Σε λόφο καταπράσινο στάθηκα κι από κάτω το Μαλεβίζι βούιζε απ’ τις φωνές και τα γέλια. Τρύγος, σκέφτηκα και κατηφόρισα. Όσο σίμωνα στην πράσινη θάλασσα των αμπελιών, τόσο πληθαίνανε οι φωνές, τόσο φούντωνε το πανηγύρι. Κοπελιές μαντηλοδεμένες, σκυμμένες στις κουρμούλες, κόβανε τα σταφύλια με τα τσαπράζια και τα βάνανε στα κοφίνια και στα τσιγκάκια. Πηγή φωτογραφίας: magnadi.blogspot.com Τρύγος: Αρχαίο ουσιαστικό, ο τρυξ-του τρυγός, που σήμαινε μούστος. Αμπέλι: Μεσαιωνική λέξη, αμπέλι (ν), στα αρχαία αμπέλιον υποκοριστικό του άμπελος. Κουρμούλα: Υποκοριστικό της λέξης κορμός. Πράγματι το στέλεχος του αμπελιού, όταν το φυτό βρίσκεται σε παραγωγική ηλικία μοιάζει με μικρογραφία κορμού δέντρου. Σταφύλι: Ελληνιστικό σταφύλιον, υποκοριστικό του αρχαίου σταφυλή. Τσαπράζι: Είναι ο πριονωτός, καμπυλωτός σουγιάς. Δάνειο από το Τουρκικό carpraz =σταυρωτός, από το Περσικό ce...

ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΑΚΗ Ή ΜΑΥΡΟΡΗΝΗ

Εικόνα
  ΜΑΝΑΔΕΣ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ Ειρήνη Μαυρογιαννάκη ή Μαυρορήνη Κυριακή πρωί και κόσμος πολύς καταφθάνει στην εκκλησία της Παναγίας στις Αρχάνες. Μια-μια οικογένεια μπαίνει μέσα. Ένας-ένας σιμώνει στο παγκάρι, καταθέτει τον οβολό του και παίρνει κερί. Εκεί χωρίζουν οι δρόμοι των γυναικών με τους άντρες. Οι γυναίκες μένουν στο πίσω κλίτος κι οι άντρες προχωρούν μπροστά από το ιερό. Αυτή είναι η θέση τους, ο άγραφος, απαράβατος νόμος του εκκλησιάσματος αυτό προστάζει. Φωτογραφία του Αντωνίου Σταγιάννη (από Νίκο Χριστινίδη).  Το 1930 στον εορτασμό των 100 χρόνων από την επανάσταση του 1830, η καπετάνισσα Μαυρορήνη στο κέντρο, στα αριστερά ο Αριστοτέλης Κόρακας και γύρω διάφοροι επαναστάτες του 1897 Δίπλα ακριβώς από το παγκάρι, στο σύνορο των θέσεων αντρών και γυναικών, κάθεται πάντα στο ίδιο στασίδι, μια γριά που παρατηρεί με αυστηρό βλέμμα όσους μπαίνουν. Φορεί κατάμαυρα ρούχα, μαύρο κεφαλομάντηλο σφιχτοδεμένο και στη χέρα της βαστά ένα μπαστούνι. Ένας νέος μουστακαλής περνά μπρ...

ΜΑΝΑ ΠΕΤΡΟΠΕΡΔΙΚΑ

Εικόνα
  Μάνα πετροπέρδικα Σ’ ενούς πλατάνου την κορφή αηδόνι ‘ναι χωσμένο και λημεριάζει μοναχό, καιρό ξεταιριασμένο. Νημένει με παράπονο να βγει το νιο φεγγάρι τον πιο γλυκύ κελαϊδισμό με δάκρυ να ντακάρει. Τεντώνει τη φαρδιά ουρά, τινάσσει τα φτερά του κι ανασηκώνει το λαιμό για ν’ ακουστεί η λαλιά του. Μα ξάφνου απ’ ένα αγρούλιδα γέρο, καμπουριασμένο με στρουφιγμένα τα κλαδιά και κατσοπρινιασμένο, μια μάνα πετροπέρδικα καμαρωτή πορίζει, ανοίγει τ’ αργυρά φτερά κι ομορφοκακαρίζει. Γροικά τ’ αηδόνι στο δεντρό καλά μαχωνιασμένο κι απείς σωπαίνει η πέρδικα προβαίρνει μανισμένο: Φωτογραφία: FokusNatur  « Ίντα ζυγώνεις πέρδικα στα χαμηλά τα μέρη, έπαψε μπλιο να σε φελά του αοριού τ’ αγέρι; Βαρέθηκες από ψηλά τον κάμπο να βιγλίζεις, στις άκρες και στα πλάγια δεν θες να στραταρίζεις; Φασκομηλιά δεν γεύεσαι, θυμάρι δεν λιγώνεις, τη μαντζουράνα δεν τσιμπάς, σ’ έρωντα δεν σιμώνεις, γή το νερό σου φάνηκε πολλά κρουσταλλιασμένο και ρέχτηκες ετούτο ‘δω, το κατσιγαριασμέ...