ΚΟΡΑΣΟ ΚΑΙ ΠΕΡΑΜΑΤΟΥ

 

Κοράσο και περαματού





Κοράσο στα δεκάξε ντου μαναδοκυρουδάτο

στον πρώτο αθό τση νιότης του τον μοσκομυρωδάτο,

που ‘πιασε ο Θιός με μαστοριά την πια καλή ντου πένα

και τση μορφοζωγράφισε τα κάλλη μαζωμένα.

Τση ‘σασε τα μακρά μαλλιά με μάλαμα περίσσο

το στρογγυλό τζη πρόσωπο με μέλι θυμαρίσο,

ήσυρε μονοκοντυλιά τον αργυρό τζη μπέτη

και μάθια μπλαβοπράσινα τση ‘δωκε για ραέτι,

μα τη στερνή του πινελιά την είχε στερεμένη

και τση ‘σασε χαμόγελο καρδιές για να μαραίνει.

Το νάμι των γονέω τζη ‘βάστα προσκυνητάρι

και τσ’ αρμηνιές τως φύλασε σαν τ’ ακριβό λογάρι.

Χατίρια και θελήματα ποτέ δεν τωσε χάλα

κι εσεμνοπάθιενε σαφί με τση πρεπιάς τα ζάλα.


***

Σε πατανία κάθεται ‘πο τη λαλά τζη ανάδια

μαζί περαματίζουνε τ’ αργαστηριού τα φάδια.

Το πίσω αντί ‘πο πάνω ντως έχουνε στερεωμένο

που ‘ναι με νήμα κόκκινο σφιχτά ροστελιασμένο

κι ομπρός τως κρέμουντ’ οι κλωστές σειρά δεκαδιασμένες

πο τη χιονάτη χέρα τζη πιτήδεια χτενισμένες,

μια μπροστινή, μια πισινή μ’ αβλεπησά περνούνε

εκειά που οι σταυροδεσές των μίτων μαρτυρούνε

και πότε-πότε αξαργητού η μια την άλλη αγγίζει,

στα χείλη ντως χαμόγελο αγαλιανά σταλίζει.

Παραχωστά η κερά-λαλά ξανοίγει το κοράσι

μ’ ίντα πλουμιά ψιμυδευτά ο Θιός την έχει πλάσει,

δάκρυ χαράς, ολόδροσο, στα μάθια τζη πορίζει,

στενάζει, ‘ποσφουγγίζεται και τα κουτέντ’ αρχίζει:

«Χαρώ σε ‘γω μουλβέρι μου με τα περίσσα κάλλη,

ξεφουντωμένη ροδαρά στου νου μου τ’ ανθογυάλι,

στερνή μου παρηγόρηση, τσ’ αυγής μου δροσονέρι,

καμάρι των γονέων σου, τση φαμελιάς ξαθέρι,

π’ ότι κι αν διάξει η χέρα σου, ότι κι αν ξετελέψει,

πιτηδευτά και ξέκαλα θα ‘μορφοχαζιρέψει.

Μαγεροτσικαλιάσματα με δίχως παραχέρι,

παξιμαδοζυμώματα απού δεν έχουν ταίρι

και στ’ αθομπουγαδιάσματα, αν είν’ και γαριασμένα

μοσχοβολούν στσ’ απλώστρες σας τα ρούχα ξασπρισμένα.

Μ’ από τσι μπιζιλοδουλειές απού καλιμεντίζεις

στ’ ανυφαντοξομπλιάσματα είναι που ξεκορφίζεις.

Με τέχνη να γοργοδιαστείς και να τυλιγαδιάσεις

στ’ αντί να βάλεις τσι κλωστές και να τσι ροστελιάσεις.

Στσοι μίτους περαμάτισμα να ‘μορφορεμεδιάζεις,

στο χτένι δίχως ξάργητα να καλοσειραδιάζεις

κι απόκειας την κομποδεσά στον γκάρδιο να σφαλίζεις

σεμνά ομπρός στο πέταλο να χαμηλοκαθίζεις,

να μην σηκώνεσαι ‘πο κειά σάμε τα ξυφαντίκια

κι εμείς να μπεγεντίζομε όλα σου τα χαϊρλίκια.

Χαρώ σε ‘γω κοράσο μου.


Νίκος Λουκαδάκης

(Δαφνιανός)

niloukadakis@yahoo.gr



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΟ ΠΡΟΙΚΟΣΥΜΦΩΝΟ ΤΟΥ 1892

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΟΥΛΟΥΚΙ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑ

ΦΕΓΓΑΡΙ ΦΙΛΕ ΜΠΙΣΤΙΚΕ

ΤΑ "ΚΟΣΜΗΤΙΚΑ" ΕΠΙΘΕΤΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Η ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ Η ΕΜΟΡΦΗ

ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ ΤΑ ΤΥΡΙΑ