ΣΤΑ ΖΑΛΑ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ
ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
Στα ζάλα των χρωμάτων
Η ψυχή της ομορφιάς είναι τα χρώματα. Τι θα είχε αξία δίχως τα χρώματα και τις αμέτρητες αποχρώσεις τους. Όλες οι ανάγκες του ανθρώπου, όλες οι τέχνες είναι χρωματισμένες. Σίγουρα ανάμεσα στις πρώτες λέξεις που έπλασε θα ήταν κι αυτές των χρωμάτων, γι’ αυτό όποιος κλουθήσει τις λέξεις αυτές, κλουθά σιμά την ιστορία του ανθρώπου:
Χρώμα: Από το αρχαίο χρως= επιδερμίδα, σάρκα, και το χρώμα σήμαινε χρωματισμός του δέρματος, αργότερα επεκτάθηκε για να δηλώσει γενικότερα την απόχρωση.
Λευκό: Αρχαία λέξη που σήμαινε λαμπερό, λευκόν γ’ ην ηέλιος ως= που ‘χε του ήλιου τη λάμψη, λέει ο Όμηρος, αλλά χαρακτηρίζει και την Θεά Ήρα, λευκώλενο= αυτή που έχει λευκά μπράτσα.
Άσπρο: Από το Λατινικό asper που σημαίνει τραχύς. Το ασημένιο νόμισμα πριν λειανθεί από τη χρήση ήταν τραχύ και ονομάζονταν nummus asper=νόμισμα τραχύ. Με τα χρόνια έμεινε μόνο το επίθετο asper, που στα βυζαντινά χρόνια έγινε άσπρα=τα νομίσματα μικρής αξίας, κι επειδή το ασήμι έχει λευκή απόχρωση η λέξη άσπρο καθιερώθηκε να εκφράζει το λευκό χρώμα. Στην Κρήτη έχουμε το επίθετο γαλανός, που δεν προέρχεται από το γαλάζιος αλλά από το γάλα και σημαίνει άσπρος, ανοιχτόχρωμος.
Μαύρος: Από το αρχαίο μαυρώ, επίθετο αμαυρός=σκοτεινός. Επίσης υπήρχε και η λέξη μέλας=μαύρος, σκοτεινός (μελάνι, μελαψός, μελανούρι, μελάνωμα, μελαχρινός, μελαγχολία και άλλες πολλές)
Κίτρινο: Από το ελληνιστικό κίτρον, αυτός που έχει το χρώμα του κίτρου. Στα αρχαία χρόνια χρησιμοποιούσαν τη παλαιότατη λέξη ξανθός, άγνωστης ετυμολογίας και το πυρρός=ξανθοκόκκινος, από το πυρ=φωτιά, φλόγα.
Πράσινο: Προέρχεται από το αρχαίο πράσο (το χρώμα του πράσου). Χρησιμοποιήθηκε από τα ελληνιστικά χρόνια κι έπειτα. Πριν υπήρχε η λέξη χλωρός=ζωντανός, φρέσκος, πρασινωπός (Οδύσσεια...αμπέλου δ’ ένερθε χλωρός αλωής έρκος=και κάτω από την άμπελο, πράσινος ο φράχτης του αμπελώνα), αλλά και γλαυκός =γαλαζοπράσινος, λαμπρός (την δ᾽ αύτε προσέειπε γλαυκώπις Αθήνη=και τότε της μίλησε η γλαυκόμματη Αθηνά. Γλαύκος η κουκουβάγια, μεταφορικά, μιας που το πουλί σύμβολο της Αθήνας βλέπει στο σκοτάδι).
Γαλάζιος: Η λέξη προέρχεται από τον πολύτιμο λίθο κάλαϊς (σήμερα λέγεται τυρκουάζ, απ’ όπου και το αντίστοιχο χρώμα), που έχει γαλαζοπράσινο χρώμα. Η λέξη μπλε προέρχεται από το γαλλικό blue, για το οποίο δεν υπήρχε αντίστοιχη λέξη παρά μόνο το κύανος=σκούρος μπλε και το γλαυκός που ανέφερα παραπάνω.
Κόκκινο: Προέρχεται από την αρχαία λέξη κόκκος=το κουκούτσι (μικρός καρπός), επειδή για την κόκκινη βαφή χρησιμοποιούσαν κουκούτσια πρίνου. Υπήρχε βέβαια και η παλαιότατη λέξη ερυθρός και το προρφυρός=βαθύ κόκκινος.
Τούτο το ταξίδι μ’ έβγαλε πάλι σ’ άγνωστα μονοπάτια, μα αυτή τη φορά βάφτηκε ο νους μου σαν παλαιϊνό, ξομπλιαστό φαντό που δεν ξεθωριάζει με το πέρασμα των χρόνων.
Νίκος Λουκαδάκης
(Δαφνιανός)
niloukadakis@yahoo.gr

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου