ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ, ΣΤΟ ΧΙΛΙΟΧΡΟΝΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

 



26/10/25

Ηράκλειο



Στο Περβόλι της Παναγιάς

Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας,

στο χιλιόχρονο Κάστρο της Προσευχής


Βαροπατώ με πείσμα μες στο Περβόλι της Παναγιάς, μα χνάρια δεν αφήνω πίσω μου, κανένας δεν αφήνει χνάρια εδώ, ούτε καν ο ιερόσυλος χρόνος που ρέγεται να πατεί τον πόδα του τον καταλυτή παντού. Λίγα τα μονοπάτια και δυσκολοβάδιστα. Παντού χαράκια και δεντρά ανέγγιχτα, ποτάμια και ρυάκια καθάρια. Παντίχνω στον δρόμο μου αλεπούδες, λαγούς, αγριόχοιρους, φίδια κι όλα με κοιτούν καχύποπτα. Πουλιά λογιώ-λογιώ κάθονται στην κεφαλή μου άφοβα, εδώ είναι τα γονικά τους, εγώ είμαι ο ακάλεστος μουσαφίρης, το μόνο άγριο ζώο εδώ είμαι εγώ. Για λίγο χάθηκε η θάλασσα απ’ τα μάτια μου, μα ξεπροβάλει πάλι στ’ αριστερά και δροσερεύει την ιδρωμένη μου σκέψη. Βγαίνω από το δάσος, κατεβαίνω τον λόφο με τις μικρές ελιές κι αντικρίζω μπρος μου το χιλιόχρονο Κάστρο της Προσευχής.


Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας

Τόπος αγαπημένος των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Εκείνου που σχεδόν φόρεσε τα ράσα και πήρε όρκο αγνότητας, και του άλλου, του ξανθού Αρμένη που έπεσε στα δίχτυα της Λακώνισσας ταβερνιάρισσας. Εδώ, στου αγχίθεου Γίγαντα τ΄ ακράνυχα, ο Αντιόχειος Ερημίτης με τα πύρινα μάτια, τον θεμέλιο λίθο του κοινοβιακού μοναχισμού έστεσε, πρώτα-πρώτα φυτεύοντας τον σαραντάπηχο κυπάρισσο που ακόμα στ’ απόσκιο του ξαποσταίνει η ελπίδα. Πολεμίστρες στους προμαχώνες, ζεματίστρες, παραθύρια σιδερόφραχτα και στενά τρυποθύριδα, στένουν μπέτη σε πειρατές κι ασεβείς βαρβάρους που δέκα αιώνες τώρα ξανοίγουν να σκυλέψουν τα Ιερά Λείψανα της ιστορίας.



Ο σαραντάπηχος κυπάρισσος


Το πορφυρό Καθολικό με τους τρούλους, με την Παναγία βαριά χρυσοφόρετη, με τους αγριόθωρους Αγίους, ζωντανεμένους από την αγγελική χέρα του Θεοφάνη του Κρητικού. Ο θεόρατος πολυέλαιος, ξαμάρι όλων των πολυελαίων. Με τα ενενήντα εννιά κεριά ν’ ανάβουν ένα-ένα ανάμεσα στους δώδεκα κρυστάλλινους Απόστολους, που ‘χουν κυκλώσει την σαφί γυαλισμένη υφήλιο. Οι τέσσερις σταυροί με τα τρικέρια, που κρέμουνται στα σημεία του ορίζοντα κι ανεβοκατεβαίνουν ομπρός στα μάτια μου, κι ο πλάγιος δεύτερος που γυρίζει μια-μια τις ασήκωτες σελίδες στην οχτάηχο της ψυχής μου.


Το πορφυρό Καθολικό της Μονής

Με γεμάτα τα χέρια μου αντίδωρα βγήκα απ’ τον ναό, ακούμπησα στην αρχαία, περίστηλη Φιάλη και μέτρησα πόσες φορές ακούστηκε το «Συ γαρ ει ο αγιασμός των ψυχών και των σωμάτων ημών». Στις δώδεκα χιλιάδες και δώδεκα σταμάτησα. Απέναντι, ανοίγουν οι πόρτες της σταυρόσχημης Τράπεζας. Ημικυκλικοί, χτιστοί πάγκοι, μαρμάρινα τραπέζια και πελέκια καλοσασμένα χάμε. Στριμώχνομαι υποχρεωτικά σε ένα τραπέζι, η τροφή είναι μόνο ανάγκη, ποτέ απόλαυση. Πιο λεύτερη εδώ η χέρα του Θεοφάνη, δεν άφησε κανένα παραπονούμενο, ούτε τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Πλάτωνα, τον Καίσαρα. Μυριάδες συνδαιτυμόνες πάνω απ’ την κεφαλή μου, αγιασμένοι, κολασμένοι, στριμώχνονται κι αυτοί περιμένοντας να ακουστεί το καμπανάκι του δείπνου. Ο Αναγνώστης ξεκινά να διαβάζει όρθιος και αρχίζουμε να τρώμε μέχρι να ακουστεί και πάλι το καμπανάκι του Απόδειπνου. Αφήνω το πιρούνι και με τάξη βγαίνω έξω ντροπιασμένος που η ανάγκη για εμένα ήταν απόλαυση.

Κοιτάζω τον περίβολο της Μονής, οι γέροντες με ταπεινά ζάλα βγαίνουν απ’ τα κελιά τους, κάθονται στα πεζούλια της συμβουλής και σου απλώνουν το χέρι. Ξανασκύβω το κεφάλι και πριν σφραγίσει η δύση την καστρόπορτα, περνώ το θολωτό Διαβατικό με τα χρωματιστά τζάμια και συνεχίζω τον δρόμο μου στο ανθομύριστο Περβόλι της Παναγιάς.


Νίκος Λουκαδάκης

(Δαφνιανός)

niloukadakis@yahoo.gr



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΟ ΠΡΟΙΚΟΣΥΜΦΩΝΟ ΤΟΥ 1892

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΟΥΛΟΥΚΙ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑ

ΦΕΓΓΑΡΙ ΦΙΛΕ ΜΠΙΣΤΙΚΕ

ΤΑ "ΚΟΣΜΗΤΙΚΑ" ΕΠΙΘΕΤΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Η ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ Η ΕΜΟΡΦΗ

ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ ΤΑ ΤΥΡΙΑ