ΣΤΑ ΚΑΛΥΒΙΑ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗΣ

 

Ηράκλειο

16/11/25


Στο Περβόλι της Παναγιάς


Στα Καλύβια της Ταπείνωσης


Λίγα ζάλα μου πομείνανε στο Περβόλι της Παναγιάς, εδώ ο χρόνος είναι αγριεμένος ποταμός, περνά και δεν λογιάζει κανέναν. Μ’ αδειανά τα πιθάρια του μυαλού ήρθα κι εδά είναι ξέχειλα. Με κλειδαμπαρωμένα τα κελιά της ψυχής ήρθα κι εδά είναι ορθάνοιχτα. Δεν τον ποχορταίνω τούτον τον τόπο.


Η Καλύβη της Παναγούδας όπου ασκήτεψε ο Άγιος Παΐσιος


Άγγιξα τα χνάρια της Ιστορίας, ασπάστηκα τον πορφυρό χιτώνα της, ως έστεκε πίσω από καστρόπορτες και μπροστά απ’ την Ωραία Πύλη, προσκυνήτρια κι αυτή. Χαμήλωσα τα μάτια μπρος στην υπερμάχο σιωπή ως έριξε το βλέμμα της πάνω μου κι ανατρίχιασα ολόκληρος. Κουβέντιασα μ’ Αγίους της ανταρτοσύνης κι άλλους της θυσίας. Γέμισαν τα πνευμόνια μου μοσχοθυμίαμα και μερτζουβί λιβάνι ως περνούσε μπροστά μου το πρωτοχριστιανικό κατζίον με τα πέντε κουδούνια. Τώρα όμως έπρεπε να βαδίσω εκεί που άρχισαν όλα, εκεί που πρωτοφύτρωσε ο αγκαθωτός θάμνος της πίστης, στα Καλύβια της Ταπείνωσης.


Η Καλύβη του Οσίου Χριστοδούλου όπου ασκητεύει ο Γέροντας Γαβριήλ


Σκορπισμένα σε κάθε γωνιά απόμερη, κοντά στις κοιμηθιές των τσακαλιών, κοντά στις ρίζες της κουμαριάς και του σκίνου. Με την απλότητα της φάτνης, με τη φτώχεια οικοδέσποινα, καθισμένη σε δρύινο κούτσουρο. Λαμαρίνες, τάβλες φυτρωμένες στο παρθένο χώμα και στερεωμένες με τα καρφιά της λύτρωσης. Πλακούρες αρμολογημένες με λάσπη από ψιλοκοσκινισμένη ελπίδα. Ο κήπος τους, δάσος αιώνιο, βαγιοκλαδισμένο από τη χέρα του Μέγα Περβολάρη. Ξεφουντωμένοι αγιορείτικοι βασιλικοί, φρουροί στην ξεχαρβαλωμένη θύρα τους. Μέσα, ένας πετροπελέκητος σταυρός, δυο ξεθωριασμένες εικόνες της Παντάνασσας, ένα σιδερένιο κουμάρι να στάζει μέσα η βροχή και μια κλίνη αγκίνιαστη ακόμα.


Η Καλύβη του Κηπουρού


Ο Γέροντας, με το πείσμα, βαρύ πανωφόρι να τον σκεπάζει στο απόι, και τη γαλήνη, δροσερό νερό, να τον ξεδιψά στην κάψα. Να χορταίνει καθημερνώς με μια μπουκιά άζυμο άρτο και μόνο στις μεγάλες σχόλες να γεύεται δυο μπουκιές φαγητό, σαφί αλέριαστες. Μετρώντας ξανά και ξανά τους κόμπους της αγρύπνιας, ψιθυρίζοντας πέντε λέξεις όλες κι όλες, η μια το έλεος. Μέσα στο λιγοστό φως που θρέφουν τα τρία δάκρυα της ελιάς, με τη μοναξιά να του ανεστοράται χαρές αγέννητες, και την απομόνωση, γριά κακόσυρη, να του σκληρίζει στα αυτιά τα τελευταία λόγια της μάνας του. Όλη νύχτα να μάχεται με το σκότος, μα σύναυγα, κάθε μέρα, να θωρεί να γεννάται εδώ το Θείο Βρέφος. Εδώ. Ούτε ανάμεσα σε χρυσοποίκιλτα άμφια και μίτρες διαμαντοκόλλητες. Ούτε πάνω σε ορθομαρμαρωμένα πατώματα και σε μεταξένια καλύμματα. Ούτε κάτω από τους τους τρούλους της μεγαλοπρέπειας, ούτε δίπλα από τα καμπαναριά της πολυτέλειας. Εδώ Το είδα κι εγώ. Δεν ζητούσε αμέτρητες γονυκλισίες και μυριοξόμπλιαστους ύμνους. Την αγκαλιά της Μάνας του ήθελε μόνο. Δεν ζητούσε παγκάρια και λαμπάδες τριπίθαμες. Τη ρόγα της Μάνας του ήθελε μόνο κι όταν την βρήκε γαλήνεψε. Μόνο εδώ, στα Καλύβια της Ταπείνωσης.



Νίκος Λουκαδάκης

(Δαφνιανός)

niloukadakis@yahoo.g

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΟ ΠΡΟΙΚΟΣΥΜΦΩΝΟ ΤΟΥ 1892

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΟΥΛΟΥΚΙ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑ

ΦΕΓΓΑΡΙ ΦΙΛΕ ΜΠΙΣΤΙΚΕ

ΤΑ "ΚΟΣΜΗΤΙΚΑ" ΕΠΙΘΕΤΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Η ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ Η ΕΜΟΡΦΗ

ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ ΤΑ ΤΥΡΙΑ