ΑΝΤΕΣΤΕ ΝΑ ΔΙΑΣΤΟΥΜΕΝΕ

 

Αντέστε να διαστούμενε

Όποιος ανεγογυρεύγεται βρίχνει. Έτσα κι εμένα με ‘χε φαωμένο η περιέργεια να δω πως εγίνουνταν στα παλαιινά χρόνια το «διάσιμο» (μια από της αρχικές διαδικασίες της ύφανσης όπου γίνεται τακτοποίηση του νήματος που θα περαστεί στον αργαλειό). Τυχερός βέβαια γιατί έχω για πεθερά τον ζωντανό θρύλο των Αστερουσίων, τη Μαρία Καλεντάκη, που μέσα σ’ όλα τ’ άλλα (συγγραφέας, μαντιναδολόγος, χειροτέχνης και πολλά άλλα) είναι και άριστη υφάντρα.

Πολύ καιρό το ‘χαμε ειπωμένο να το κάμομε, μα σαν επάτησε οφέτος ο Αύγουστος, λέει η κερά-Μαρία: «αύριο το πρωί θα διαστούμενε, μόνο αντέστε στην Εθιά». Επήρα λοιπόν την κάμερα και τη κερά μου (μάλλον αυτή με πήρε, να μην λέω ψόματα) κι εβγήκαμε στην Εθιά, στον χρυσό μαμουντιέ που κρέμεται στο λαιμό των Αστερουσίων (αν δεν είστε παωμένοι αμέτε και θα μου θυμηθείτε). «Μόνο έκεια μπορούμε να διαστούμε», ήλεγε και ξανάλεγε η κερά-Μαρία, «στου συγχωρεμένου του Χαραλάμπη το βορνό τοίχο. Απ’ όσταν εγεννήθηκα, έκεια διάζουνταν όλες οι γυναίκες του χωριού, μα κι από άλλα χωριά. Είναι ο μοναδικός τοίχος που είναι μακρύς κι είναι ντρέτος, δεν κάνει γάγλες».


Η καλαντάρα στημένη κι έτοιμη


Εφτάξαμε πρωί-πρωί στο χωριό κι έκεια κοντά στην πίσω πλατεία, ήτονε το στενό που θα κάναμε το διάσιμο. Όπως ακριβώς το ‘λεγε η κερά-Μαρία, ο τοίχος ήτονε ψηλός, ντρέτος και μακρύς. Ποχασκωμένος από την τέχνη που είχανε σασμένο τούτο το, παραιτημένο εδά μπλιο, σπίτι, ήβαλα το αμάτι μου σ’ ένα τρυποθύριδο κι είδα μια καμάρα θαυμαστή να στέκει ως τη ‘χτίσαν απείραχτη απ’ τη σκληρή χέρα του χρόνου. Μέχρι να κατεβάσομε τα χρειαζούμενα, η Παπαδιώ, η πια μεγάλη κόρη της κερά-Μαρίας, είχε φέρει, δυο κουρελούδες που τσι ΄βαλε στη πεζούλα να κάτσομε κι ένα στρογγυλό τραπεζάκι που απάνω ήβαλε ένα ξομπλιαστό μπουκαλάκι ρακή, λουκούμια και μια γαβάθα με αξεφλούδιστα φιστίκια, αυτά με τ’ αλάτσι που τα ρέγομαι τα παντέρμα.




Η διάστρα παίρνει τα νήματα ένα-ένα.


Αφού εσβούριξα μια ρακή για καλή αρχή, ώρα ήτονε να ντακάρομε. Έβγαλε η διάστρα μας τα εργαλεία της, που τα ‘χε σε ένα κόκκινο τελάρο. Την καλαντάρα, ένα σίδερο που ‘χε τρεις σπάγκους κόκκινους δεμένους και στο πάτο κάθαεις είχε δεμένο ένα σιδερένιο βαρίδι για να είναι τεντωμένοι τα ίσα κάτω. Καλάμια και σίδερα που θα ‘μπαίναν μέσα ντως τα κουβάρια με το κόκκινο νήμα. Το κάθε καλάμι θα δενόταν στην καλαντάρα και θα μπαίνανε τα κουβάρια για το διάσιμο. Επίσης είχε σασμένα μπόλικα τζένια, ξύλα πελεκημένα στην άκρα για να μπούνε στον τοίχο, να συγκρατούν το νήμα που θα ξετυλιχτεί. Ένα σφυρί για να καρφωθούν τα τζένια και μια πήχη για να μετρηθεί πόσο νήμα θα χρειαστεί για το ανυφαντικό. Αυτά ήταν όλα κι όλα τα εργαλεία για το διάσιμο.



Η κερά-Μαρία την ώρα που διάζεται


Ήβαλε η κερά-Μαρία τη μια μερά τση καλαντάρας σε μια τρύπα του τοίχου και η άλλη ήτονε στον αέρα. Επέρασε το πρώτο καλάμι πάνω-πάνω και δυο κουβάρια μέσα. Έτσα με τη βοήθεια από τσι κόρες τση (την Παπαδιώ και την κερά μου, τη Νικητούλα), έτοιμη η καλαντάρα με δώδεκα κουβάρια νήματα περασμένα στα σίδερα κι έτοιμα να ξετυλιχτούν (σίδερα εβάλαμε τελικά γιατί τα καλάμια ήτονε αλαφρά και τα έπαιρνε ο αέρας). Πριχού να ντακάρει η διάστρα, να σου η Στελλιανή, που ‘χει το πρώτο καφενείο ως μπαίνομε στην Εθιά: «μωρέ ίντα κάνετε έπαε, διάζεστε; Όφου ίντα μου θυμίσατε εδά» κι ήφυγε να μασε φέρει λεμονάδες να δροσιστούμενε.

Ήπιασε τα τζένια η κερά-μαρία κι ήβαλε τα πρώτα κοντά στην καλαντάρα, τα κάρφωσε καλά στον τοίχο (σιγούρα όπως έλεγε), εκεί που θα γινόταν οι δυο σταυρώσεις, η αρχή και το τέλος του νήματος κι απείς ήπιασε την πήχη. Εγάτεχε ότι ήθελε είκοσε πέντε πήχες νήμα για να σάσει αυτό που ‘χε στο νου τζη. Αφού εμέτρησε κι ήβαλε τα τζένια έκεια που ‘πρεπε, ήρθε κοντά στην καλαντάρα κι ορμήνεψε στσι κόρες τση να έχουνε το νου ντως να μην μπερδένουνε τα νήματα.

Έκεινα την ώρα, να και την αμπλά τζη, τη Δέσποινα, που ‘χει το άλλο καφενείο στην πλατεία και μπήκε κι αυτή στο διάσιμο. «Στ’ όνομά σου Θε μου» είπε η κερά-Μαρία, ήπιασε και τα δώδεκα νήματα, ήρχιξε να πηγαίνει πέρα-πόδε στο τοίχο και να περνά τα νήματα στα τζένια. Ογδοήντα χρονώ γυναίκα κι εσάλευγε οσάν την κοπελοπούλα, εθυμήθηκε ως φαίνεται τα νιάτα τζη κι επέτα σαν το πουλί. Με μια ολιά ζόρε το νήμα ήτονε έτοιμο κι η διάστρα ήπιασε με τέχνη κι αλυσίδιασε (τύλιξε σαν αλυσίδα για να μην μπερδέψει στην επόμενη διαδικασία) όλο το νήμα, περνώντας τις κούρλες στο λαιμό της.




Η διάστρα την ώρα του αλυσιδιάσματος.


Το διάσιμο εμπίτισε, εδά ήτονε η ώρα για το πέρασμα του νήματος στο πισάντι (στον αργαλειό), μα έτονα είναι άλλη δουλειά για πια μετά και σε άλλο τόπο. Ίσαμε να μαζόξομε τα μπράτη, η θειά η Δέσποινα είχε σασμένους μια μεγάλη πιατέλα τηγανήτους με το μέλι, αφράτους-αφράτους. «Ω χαρώ τζοι, εδά είναι ότι πρέπει», εσκέφτηκα κι αφού εσβούριξα άλλες δυο ρακές, ξανοίγοντας τις ολοίδρωτες διάστρες είπα τ’ απατού μου: «ω, τσι κακομοίρες τσι γυναίκες ίντα λοής βάσανα εσέρνανε για να σάσουνε δυο ρούχα των κοπελιώ ντως. Ω, τσι κακομοίρες βάσανα».



Νίκος Λουκαδάκης

(Δαφνιανός)

niloukadakis@yahoo.gr


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΤΟ ΠΡΟΙΚΟΣΥΜΦΩΝΟ ΤΟΥ 1892

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΟΥΛΟΥΚΙ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑ

ΦΕΓΓΑΡΙ ΦΙΛΕ ΜΠΙΣΤΙΚΕ

ΤΑ "ΚΟΣΜΗΤΙΚΑ" ΕΠΙΘΕΤΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Η ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ Η ΕΜΟΡΦΗ

ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ ΤΑ ΤΥΡΙΑ